Ἁγία Γραφή εἶναι τμῆμα τῆς Ἱερὰς Παραδόσεως καὶ ἡ Ἱερὰ Παράδοση εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δόθηκε στοὺς ἁγίους "ἅπαξ" τὴν ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ παραμένει ὡς ἀτίμητος θησαυρὸς καὶ διαφυλάσσεται στὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τῶν ἁγίων μὲ τὸν Χριστό.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι ἐκφραστὲς καὶ φορεῖς αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Παρακαταθήκης, εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Πεντηκοστῆς μέσα στὴν Ἱστορία."
Ὅταν λέμε Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἐννοοῦμε κυρίως καὶ πρὸ παντὸς τὴν φανέρωσῃ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο.
Ὁ Θεὸς φανερώνει τὸν ἑαυτό Του καὶ τὸ θέλημά Του στοὺς καθαροὺς καὶ ἁγίους ἀνθρώπους, γιατὶ αὐτὸ ἦταν ἀναγκαῖο γιὰ τὴν σωτηρία.
Αὐτὴ ἡ Ἀποκάλυψη παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους στὰ πνευματικά τους παιδιά.
Γι' αὐτὸ ἡ Ἀποκάλυψη συνδέεται στενὰ μὴ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Δὲν εἶναι ἄλλο ἡ διδασκαλία καὶ ἄλλο ἡ Παράδοση.
Ἡ Παράδοση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ διδασκαλικὴ μετάδοση τῆς Ἀποκαλύψεως ἀπὸ τὴν μία γενιὰ στὴν ἄλλη, ἀπὸ τὸν ἅγιο στὰ πνευματικά του παιδιά, ἀλλὰ εἶναι κυρίως ἡ πνευματικὴ μύηση στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μέθεξη τῆς θεώσεως. Παράδοση εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος μέσα στὴν Ἐκκλησία".
Ὅποιος ἐνώνεται μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ ζῇ μέσα σ' αὐτήν, ἀλλοιώνεται, ἀναγεννᾶται καὶ κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον παραλαμβάνει τὴν Παράδοση, γίνεται Παράδοση.
Ὁ τόπος λοιπὸν τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως εἶναι τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅπως ἔχει παρατηρηθῆ πολὺ σωστά, "ἡ μορφὴ αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ πολύτιμη, γιατί εὔκολα διαφυλάσσεται καὶ εὔκολα χρησιμοποιεῖται.
Ἄν ἀπομονωθῇ ὅμως ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῆς Ἱερὰς Παραδόσεως, ἡ Γραφῆ δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ κατανοητῇ ὅπως πρέπει μὲ καμμιὰ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα".
Μὲ ἄλλα λόγια ἂν δὲν κατηγοροῦσαν οἱ διάφοροι ψευδάδελφοι τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ἴσως δὲν θὰ εἴχαμε πολλὲς Ἐπιστολὲς καὶ πολλὲς ἑρμηνεῖες τῆς πνευματικῆς ζωῆς αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν θὰ τίς γνωρίζαμε, ἢ ὅτι θὰ ἔπαυε νὰ ὑπάρχῃ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Ἐκκλησία, ἢ ὅτι θὰ χανόταν ἡ Ἐκκλησία.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι μία πτυχῆ αὐτῆς τῆς Ἀποκαλύψεως - Παραδόσεως.
Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες πτυχὲς τῆς Παραδόσεως.
Αὐτὲς εἶναι τὰ ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, τὰ μυστήρια, ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔργα ἀκόμη τῆς Παραδόσεως ἢ ἐκφράσεις της εἶναι οἱ λειτουργικὲς τέχνες, ἡ ἁγιογραφία, ἡ Βυζαντινὴ μουσικὴ κ.λ.π.
Γι' αὐτὸ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι σεβόμαστε αὐτὲς τίς ἐκφράσεις τῆς Παραδόσεως γιατί παραδόθηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους.
Ὅμως δὲν αὐτονομοῦνται, δὲν ξεχωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε ἀπολυτοποιοῦνται.
Ὅλες οἱ λειτουργικὲς τέχνες, τὰ ἤθη τῆς λαϊκῆς εὐσεβείας... λαμβάνουν πραγματικὴ ἀξία ὅταν συνδέονται μὲ τὴν λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα καὶ κυρίως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή, ἡ κατάνυξη, ἡ νήψη..."
Μὲ τὰς λέξεις <Ἁγία Γραφὴ> νοεῖται τὸ θεόπνευστον ἱερώτατον βιβλίον, τὸ ὁποῖον διὰ χειρὸς ἀνθρώπων κατέγραψε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ παρέδωκεν ὡς πολυτιμοτάτην κληρονομίαν εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος. Εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην τὰ θεόπνευστα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὀνομάζονται <Γραφαὶ Ἅγιαι> ἢ ἁπλῶς <Γραφαὶ> ἢ καὶ <῾Ιερὰ Γράμματα>.
Αὐτὸς οὗτος ὁ Κύριος ἐχρησιμοποίησεν εἰς πολλὰς περιστάσεις τὴν λέξιν <Γραφαὶ> ἢ τὸ ταύτοσημον ρῆμα <γέγραπται>, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς θεόπνευστα ἔργα καὶ ἀπολύτως ἀξιόπιστα τὰ βιβλία τῆς Παλαιὰς Διαθήκης (Ματθ. κα' 42, Μάρκ. ιβ' 10, 24, Λουκ. κδ' 27, δ' 4, 8, Ἰωάν. β' 22, ι' 35, Πράξ. η' 32, Ρωμ. α' 2, Γαλάτ. γ' 10, 13, 22, ᾿Ιακ. β' 8, Α' Πέτρ. β' 6 κ.ἀ.).
Εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ὀνομάζονται <Ἱερὰ Βίβλος ἢ <Βιβλία Ἅγια» (Β' Μακκαβ. η' 23, Α' Μακκαβ. ιβ' 9, Δανιὴλ θ' 2 κ. ἀ.).
Ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγεται καὶ Διαθήκη.
Ἡ λέξις διαθήκη σημαίνει γενικῶς τὴν γραπτήν, τὴν ἰδιόχειρον ἢ ἐνώπιον συμβολαιογράφου, ἐπὶ παρουσίᾳ ἀξιοπίστων μαρτύρων, δήλωσιν τῆς βουλήσεώς τινος περὶ τοῦ τρόπου διαθέσεως τῆς περιουσίας του. Σημαίνει ἀκόμη καὶ τὰς συμβουλάς, τὰς ὑποθήκας μιᾶς προσωπικότητος πρὸς ζῶντας ἢ καὶ μεταγενεστέρους. Ἐκ τρίτου δὲ σημαίνει ἔγκυρον συμφωνίαν μεταξὺ δύο προσώπων (Γενέσ. κα 27, 32, Α' Βασιλ. κγ' 18, ῾Ησ. κη' 15 κ.ἀ.).
Ἡ Ἁγία Γραφῆ ὀνομάζεται Διαθήκη, πρῶτον μὲν ὡς συμφωνία μεταξὺ τοῦ Θεοῦ ἀφ' ἑνὸς καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀφ' ἑτέρου, καθ' ἣν ὁ μὲν Θεὸς ὑπέσχετο τὴν προστασίαν καὶ τὰς δωρεάς Του, οἱ δὲ ἄνθρωποι ἀνελάμβανον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὸ θέλημά Του (Γενέσ. θ' 11, ιζ' 7, ᾿Εξοδ. ιθ' 5, 6, κγ' 22, κδ' 7, 8, Δεύτερον, ζ' 9, 12 κ. ἀ).
Δεύτερον· ὡς διάθεσις ἀγαθῶν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους (᾿Εξοδ. στ' 4, Κρίτ. 6' 1 κ. ἀ.). Τρίτον καὶ κυριώτερον ὁ ὅρος Διαθήκη χρησιμοποιεῖται πρὸς ἔκφρασιν τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ, τοῦ θείου θελήματος (Γενέσ. ιζ' 9, 10, ᾿Εξοδ. λδ' 27, Δεύτερον, δ' 13, 14, ἐ' 2, 8-21, Ψαλμ. μθ' 16, ρδ' 8, ῾Ησ. νθ' 21, Πράξ. ζ' 8 κ. ἀ.).
Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ἐν τῷ ἀπείρῳ αὐτοῦ τελειότητι εἶναι ὁ μόνος ἀπόλυτος καὶ ἀπολύτως αὐθεντικὸς νομοθέτης, ὁ ὁποῖος ἐξαγγέλλει τὴν θείαν Του βουλὴν ὡς νόμον ρυθμιστικὸν τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως καὶ ἐξωτερικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, προαναγγέλλων συγχρόνως καὶ τὸν δίκαιον καταλογισμόν, ὁ ὁποῖος, διὰ μὲν τοὺς δικαίους εἶναι ἡ ἀμοιβή, διὰ δὲ τοὺς ἀμετανόητους πονηροὺς ἡ τιμωρία (῾Ησ. α' 18, 19, Ματθ. κε' 46, Ρωμ. β' 9-11 κ.ἀ).        
Ἡ Ἁγία Γραφὴ διαιρεῖται εἰς δύο μεγάλα μέρη· εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην (Π. Δ.), τὴν περιέχουσαν τὰ θεόπνευστα πρὸ Χριστοῦ βιβλία τοῦ Μωυσέως, τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἄλλων θεοπνεύστων συγγραφέων, καὶ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην (Κ. Δ.), τὴν περιλαμβάνουσαν τὰ ἔργα τῶν Ἀποστόλων, ἀπὸ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου μέχρι καὶ τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Ἀπὸ ἀπόψεως χρονικῆς διαρκείας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγράφησαν αἱ δύο Διαθῆκαι, εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ μὲν βιβλία τῆς Π. Δ. συνεγράφησαν ἀπὸ τοῦ 15ου μέχρι καὶ τοῦ 2ου π. Χ. αἰῶνος, τὰ δὲ τῆς Κ. Δ. ἐγράφησαν κατὰ τὸν πρῶτον μετὰ Χριστὸν αἰῶνα, καὶ συγκεκριμένως εἰς διάστημα μικρότερον τῶν πεντήκοντα ἐτῶν, πιθανώτατα ἀπὸ τοῦ 50 μέχρι καὶ τοῦ 90 μ. Χ.